search

ΔΙΕΘΝΗ

45 χρόνια μετά την πρώτη τους κυκλοφορία, τα μαγκριτικά αυτά πλάσματα μοιάζουν να έχουν την ίδια με τότε ανησυχία και όρεξη να επικοινωνήσουν τη δουλειά τους...

Label | Cherry Red
Κυκλοφορία | 11/2018
Βαθμολογία | 6,5

Με το πρώτο τετράστιχο από το ποίημα “Antigonish” του Hughes Mearns (1899) και με ένα γυναικείο στόμα αναδυόμενο από ένα ζεβρέ πλάνο, στο οποίο η γλώσσα έχει αντικατασταθεί από ένα παραμορφωμένο πρόσωπο, δίνοντας την εντύπωση ντανταϊστικού κολάζ, συστήνεται το τελευταίο από τα 3 άλμπουμ που έβγαλαν οι Residents μέσα στο περασμένο έτος. Κλείνοντας 45 χρόνια από την πρώτη τους κυκλοφορία και έχοντας στο δυναμικό τους ακόμα περισσότερους στούντιο δίσκους, τα μαγκριτικά αυτά πλάσματα μοιάζουν να έχουν την ίδια με τότε ανησυχία και όρεξη να επικοινωνήσουν τη δουλειά τους.

Ναι, τα χρόνια περάσαν και έχουν αλλάξει αρκετά πράγματα –ιδιαίτερα ως προς τη σύσταση του συγκροτήματος. Ναι, η απώλεια του Hardy Fox (2018) είναι μεγάλη, χωρίς όμως να έχει γίνει μουσικά αισθητή: ακόμα και στο συγκεκριμένο άλμπουμ, ας πούμε, περιλαμβάνονται demos του 2012, χωρίς η Cryptic Corporation να έχει διευκρινίσει αν συμμετείχε σε αυτά ή όχι. Οι ίδιοι πάντως οι Residents δεν φαίνεται να αποθαρρύνονται από όσους τους καλούν (έμμεσα ή άμεσα) να συνταξιοδοτηθούν· βρίσκονται ήδη στην πρώτη τους περιοδεία για το 2019 στην Ευρώπη, ενώ έχουν ανακοινώσει και νέο άλμπουμ.


Σε αντίθεση με τον ρεαλισμό που διακατέχει την αφήγηση του The Ghost Οf Hope (2017), στο Intruders οι Residents τοποθετούνται ξανά στα πιο σκοτεινά και αλλόκοτα μέρη του ανθρώπινου μυαλού. Κάθε τραγούδι από τα συνολικά 11 συνοδεύεται από μια μικρή εισαγωγική ιστορία, η οποία εμπεριέχεται στο  32σελιδο βιβλιαράκι της κυκλοφορίας· συνάμα υπάρχει και μια πανομοιότυπη εικόνα του εξωφύλλου, όπου κάθε φορά αλλάζουν μονάχα τα πρόσωπα και οι επιδράσεις αυτών των ιστοριών.

Μέσα στα τραγούδια συναντά κανείς μονολόγους της εμμονής και του φόβου για τον θάνατο, πότε με τα έρποντα φωνητικά του Randy ("Still Νeedy?", "Good Vibes") και πότε με αυτά της Carla Fabrizio ("Voodoo Doll") να σεργιανίζουν μες τη μουσική του απόκοσμου και του αλλόκοτου, δημιουργώντας μάλιστα τη λαβκραφτική εκείνη αμφιβολία που έχει το παιχνίδι μεταξύ αληθινού και αληθοφανούς, συνειδητού και ασυνείδητου. Πλάθονται επίσης χαρακτήρες σαν του Bobbie, ο οποίος –δοσμένος με τη χαρακτηριστική μελαγχολία της Sivan Lionclub– μοιάζει με άλλον Φρέντι Κρούγκερ, που παραμονεύει να γραδώσει στις εκτεθειμένες ψυχικές ρωγμές του καθενός ("Bobbie's Burning Blues"), ακόμα και παράδοξα σημεία όπως το "Missing Μe" (συμμετέχει εδώ και η Laurie Hall): παρόλο που θαρρείς ότι πρόκειται για ερωτικό άσμα, αναφέρεται τελικά στην αγάπη που έχει κάποιος για το μπέιζμπολ.

Με τη σειρά του το "Running Αway" καλεί σε εκτόνωση από τους τραγικούς αυτούς εφιάλτες, με δυνατές κιθάρες που «ζαππατίζουν», στις οποίες έχει εμφανώς βάλει το χέρι του ο Eric Drew Feldman, που συνεχίζει να συνεργάζεται με το συγκρότημα, όπως συνεχίζει και ένας ακόμα παλιός γνώριμός τους, ο Nolan Cook. Οι Residents φαίνεται να προσεγγίζουν το θέμα των ψυχικών διαταραχών με την ίδια ευαισθησία του Joseph Stefano ("Phycho") και του Leo Marks ("Peeping Tom"), με τον εν δυνάμει θύτη να πέφτει και ο ίδιος θύμα των καταστάσεων και της αδυναμίας του να τις ελέγξει.

Η μουσική ακολουθεί πιστά το concept, συρόμενη, περιπαικτική, θεατρική, με τσέλο και βιολί να ξυραφίζουν τον σβέρκο σου όσο πρέπει ώστε να εγκλιματιστείς στην εκάστοτε ιδέα. Υπάρχει περισσότερη αρμονία, με τις συνθέσεις να βαδίζουν σε μια πιο απλή οδό απ' όσο ίσως μας έχουν συνηθίσει οι Residents, παραμένοντας ωστόσο αναζωογονητική. Κάποιος περισσότερο μυημένος στη δισκογραφία τους μπορεί να καταλάβει ότι στο Intruders πλανάται κάτι από δουλειές του παρελθόντος σαν τα Mark Οf The Mole (1981), Demons Dance Alone (2002) και Animal Lovers (2005).

Χωρίς έτσι να φέρνει το γκρουπ σε καινούρια εδάφη, είναι ένας δίσκος στον οποίον ο κόσμος των Residents στέκεται ζωντανός αλλά και πιο φρέσκος από εκείνον πολλών νέων συγκροτημάτων της εποχής, τα οποία επαινούνται για τις χλιαρές και νερόβραστες μουσικές τους.