search

ΔΙΕΘΝΗ

Δουλειά όχι μόνο επίκαιρη, μα και ζωντανή, η οποία βρίσκει το ιστορικό βρετανικό σχήμα να ξεμπερδεύει με το Soft Machine Legacy, δίνοντας μια καλή απάντηση στο τι είναι σήμερα, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή του...

Label | Dyad
Κυκλοφορία | 9/2018
Βαθμολογία | 7

Ξάφνιασε πολλούς αυτός ο δίσκος –και έβαλε άλλους τόσους για ακόμα μία φορά στην τέχνη της ακρόασης. Οποιαδήποτε γνώμη και να σχηματίσεις άλλωστε για τις Κρυμμένες Λεπτομέρειες, το σίγουρο είναι ότι την απόλαυσή σου θα τη λάβεις ως ακροατής. Γιατί οι Soft Machine ξέρουν να βάλουν όχι μόνο νότες, μα και ισχυρά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία σε μια σειρά χωρίς κανένα άγχος αναγνώρισης. Αλλά και επειδή υπάρχει μία χαλαρότητα στο νέο τους άλμπουμ, παρότι χαιρετίστηκε ως μία από τις πλέον αναμενόμενες κυκλοφορίες του 2018, όταν ανακοινώθηκε· έστω και από ένα κοινό που είναι πλέον άνω των 40 ετών.

Η λογική των Soft Machine περιστρέφεται γύρω από δύο πόλους: σφιχτοδεμένη σύνθεση και αισθητικές (προσοχή, όχι ενορχηστρωτικές) κορυφώσεις. Ο πίνακάς τους είναι μία παλέτα ισορροπίας, όπου κανείς παίκτης από τους τέσσερεις δεν επιτρέπει στον εαυτό του να ακουστεί περισσότερο από τους άλλους· το ακριβώς αντίθετο δηλαδή, σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει σε ένα τυπικό rock 'n' roll σχήμα. Αυτό δεν γίνεται μόνο χάριν της παράδοσης την οποία κουβαλούν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι ή λόγω της παρακαταθήκης των σχολών Καλών Τεχνών που τροφοδότησαν την πρώτη και δεύτερη γενιά του art rock στην Αγγλία. Συμβαίνει και επειδή υπάρχει ισχυρή η πεποίθηση ότι κάθε νότα είναι πολύτιμη, από τη στιγμή που παράγεται μέσα στους κόλπους μίας ομάδας.


Οι νέες ηχογραφήσεις των Soft Machine έχουν εντούτοις την αχίλλειο πτέρνα τους, στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου εμφανίζονται να κρατούν την κεφαλή της Μέδουσας που πετρώνει κάθε επίδοξο απόφοιτο κονσερβατορίου ο οποίος τολμάει να εκφέρει λέξεις όπως «progressive» και «fusion». Ενώ δηλαδή σε καμία περίπτωση δεν πάσχουν από ιδέες και σωστή περαίωση αυτών, την ίδια στιγμή ο ακροατής πελαγοδρομεί από την έλλειψη συνεκτικού στυλ. Όχι πως οι Soft Machine έχουν πασχίσει για κάτι τέτοιο· όμως είναι τέτοιο το ανεβοκατέβασμα στον δίσκο, ώστε κάποια στιγμή σε κουράζει. Κλασικό hard driving fusion (όπως λ.χ. στο "Hidden Details") και από την άλλη new age γραμμώσεις μόλις 19 λεπτά αργότερα (είναι σύντομα τέτοια χρονικά πλαίσια για τους Soft Machine), με την κιθάρα να έχει σηκώματα τα οποία οδηγούν αναγκαστικά σε πολύ παλιές εποχικότητες τους σχήματος, καθώς και echo μα και μεσαίες που κουράζουν με τη βραδύτητα της ανάπτυξης.

Δεν μπορεί να μην παρατηρηθεί ότι τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία έρχονται από τον παλιότερο της μπάντας (John Marshall) και από το νεώτερο μέλος της (Theo Travis). Ο Travis, ένας μουσικός του οποίου τα πνευστά έχουν αναγομώσει ακόμα και τη μηχανή ήχου που ονομάζεται Robert Fripp μέσα στα '00s –με μια χούφτα εξαιρετικών δίσκων– είναι αυτός που εξελίσσει τη μελωδία πολλές φορές και σχεδόν πάντα εκείνος που κρατεί τα ηνία της πλέον ενδιαφέρουσας νότας, σε κάθε σύνθεση. Από την άλλη, οι τυμπανισμοί του Marshall (μέσα στην αρτιότητα της ηχογράφησης τους, από τις καλύτερες ηχοληψίες τυμπάνων που ακούσαμε τον τελευταίο καιρό) διαθέτουν μία παρουσία που όχι απλά υπηρετεί τις συνθέσεις, μα θα δοκιμάσει τα νεύρα των υπόλοιπων ντράμερ του πλανήτη, χάρη στη σοφή χρήση των πατινιών.
 
Η παραπάνω τραμπάλα των μελών του μακρινού παρελθόντος και του πρόσφατου παρόντος δίνει την καλύτερη απάντηση στο τι είναι οι Soft Machine τώρα, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή τους. Έχοντας ξεμπερδέψει με το Soft Machine Legacy –που σαν όνομα είδαμε σε ανακοινώσεις περιοδειών τα προηγούμενα χρόνια, όσο και σε εξώφυλλα δίσκων, στους οποίους η μουσική ήταν ελαφρώς διαφορετική και κατά τη γνώμη μου περισσότερο συντηρητική– προχωρούν τώρα σε ένα μέλλον που έχει πια και την πλήρη ηθική βάση του ζητήματος λυμένη

Όμως τελικά ο δίσκος αποτιμάται ως καλός χάριν των παλιών, ωραίων ημερών; Ή έχει όντως στοιχεία τα οποία καθιστούν την ύπαρξή του αν όχι αναγκαία, στα σίγουρα αξιοπρεπή και πέρα από αναμασήματα;

Η απάντηση σαφώς γέρνει προς το δεύτερο σκέλος. Δεν πρόκειται για βουλοκέρι που προστίθεται ως δάφνινος κότινος σε κάποιο κενοτάφιο, αλλά για έναν δρόμο ακρόασης ο οποίος χαράχτηκε ακόμα και μέσα από την αμφισβήτηση του Hidden Details. Ο δίσκος κρίθηκε δηλαδή σε διαφορετικά επίπεδα όχι μόνο ακρόασης, αλλά και σχέσης με το ίδιο το υλικό: πότε θαυμάστηκε και πότε αντιμετωπίστηκε με συγκατάβαση, πάντοτε με τον φόβο μήπως υπερτερεί ο σεβασμός στο όνομα από την ίδια την ηχητική απόλαυση. Πέρα λοιπόν από οτιδήποτε άλλο, η παραπάνω εγκεφαλική διελκυστίνδα αποδεικνύει ότι έχουμε να κάνουμε με μια δουλειά όχι μόνο επίκαιρη, μα και ζωντανή.